γίγνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας γίγνομαι
Παρατατικός ἐγιγνόμην
Μέλλοντας γενήσομαι - γενηθήσομαι
Αόριστος ἐγενόμην - ἐγενήθην
Παρακείμενος γέγονα - γεγένημαι
Υπερσυντέλικος ἐγεγόνειν - ἐγεγενήμην
Συντελ.Μέλλ.

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γίγνομαι < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵenh₁-. Συγγενές με το (λατινικά) gigno

Ρήμα[επεξεργασία]

γίγνομαι και γίνομαι

  1. (για πρόσωπα) γεννιέμαι
  2. (για γεγονότα) συμβαίνει
  3. γίνομαι με τη σημερινή έννοια
    ἐμποδών γίγνομαι - γίνομαι εμπόδιο, εμποδίζω επίτηδες
  4. πλησιάζω κάποιον
  5. καταγίνομαι με κάτι
    περί ὑφαντικήν γίγνομαι


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Άλλες μορφές[επεξεργασία]