γένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γένος γένη
γενική γένους γενών
αιτιατική γένος γένη
κλητική γένος γένη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γένος < αρχαία ελληνική γένος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈʝɛ.nɔs/
Audio 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γένος ουδέτερο

  1. ένα σύνολο ανθρώπων που συνδέονται με συγγενικούς δεσμούς, ευρύτερο από την οικογένεια
  2. το έθνος, ιδιαίτερα το ελληνικό
  3. μία ευρύτερη έννοια που μπορεί να υποδιαιρείται σε επιμέρους έννοιες - είδη
  4. (γραμματική) γραμματική κατηγορία που αποδίδεται σε ουσιαστικά, επίθετα και μετοχές· στην ελληνική γλώσσα διακρίνουμε το αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο γένος
  5. το οικογενειακό επίθετο σε γυναίκες
    Η Ελένη Χατζηαργύρη, το γένος Γαρυφαλλίδου, υπήρξε ηθοποιός του θεάτρου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]