gender
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| gender | genders |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]gender (en)
- το φύλο, η ταυτότητα φύλου, το σύνολο των κοινωνικών χαρακτηριστικών του φύλου, αρσενικού ή θηλυκού
There was no difference in the level of physical activity between genders.
- Δεν υπήρχε διαφορά στα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας ανάμεσα στα φύλα.
- (γραμματική) το γένος
In French the adjective must agree with the noun in number and gender.
- Στα γαλλικά το επίθετο πρέπει να συμφωνεί με το ουσιαστικό στον αριθμό και στο γένος.