Μετάβαση στο περιεχόμενο

gender

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
gender genders

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

gender (en)

  1. το φύλο, η ταυτότητα φύλου, το σύνολο των κοινωνικών χαρακτηριστικών του φύλου, αρσενικού ή θηλυκού
    παράδειγμα  There was no difference in the level of physical activity between genders.
    Δεν υπήρχε διαφορά στα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας ανάμεσα στα φύλα.
  2. (γραμματική) το γένος
    παράδειγμα  In French the adjective must agree with the noun in number and gender.
    Στα γαλλικά το επίθετο πρέπει να συμφωνεί με το ουσιαστικό στον αριθμό και στο γένος.