έμψυχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική έμψυχος έμψυχη έμψυχο
γενική έμψυχου έμψυχης έμψυχου
αιτιατική έμψυχο έμψυχη έμψυχο
κλητική έμψυχε έμψυχη έμψυχο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική έμψυχοι έμψυχες έμψυχα
γενική έμψυχων έμψυχων έμψυχων
αιτιατική έμψυχους έμψυχες έμψυχα
κλητική έμψυχοι έμψυχες έμψυχα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έμψυχος < αρχαία ελληνική ἔμψυχος < ἐν + ψυχή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈεm.psi.xɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

έμψυχος, -η, -ο

  1. (κυριολεκτικά) (μεταφορικά) που έχει ψυχή
  2. (ουσιαστικοποιημένο) τα έμψυχα: όλα τα ζωντανά όντα (άνθρωποι, ζώα)

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]