Μετάβαση στο περιεχόμενο

εμψύχωση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εμψύχωση οι εμψυχώσεις
      γενική της εμψύχωσης* των εμψυχώσεων
    αιτιατική την εμψύχωση τις εμψυχώσεις
     κλητική εμψύχωση εμψυχώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, εμψυχώσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εμψύχωση < ελληνιστική κοινή ἐμψύχωσις < ἐμψυχόω / ἐμψυχῶ < αρχαία ελληνική ψυχή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εμψύχωση θηλυκό

  • η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμψυχώνω
      Έτσι, η Δραματοθεραπεία, εκτός από «θεραπευτικό», αποτελεί και «πολιτιστικό γεγονός», καθώς λειτουργεί και σε άλλα επίπεδα, όπως είναι εκείνα της δημιουργικότητας, της εμψύχωσης και της επίτευξης στόχων. Απευθύνεται σε ένα σύνολο διαφορετικών πληθυσμών. Οι τεχνικές που χρησιμοποιεί, περιλαμβάνουν παίξιμο ρόλων, δημιουργία και αφήγηση ιστοριών και παραμυθιού, τεχνικές γλυπτών, ζωγραφική, μάσκες και κατασκευές, αναδεικνύοντας τον ρόλο του σώματος στο πλαίσιο της ψυχοσωματικής θεώρησης.
    Καραντζή Αναστασία. Η συμβουλευτική στην εκπαίδευση ενηλίκων και τη δια βίου μάθηση: ενίσχυση κοινωνικών δεξιοτήτων μέσα από ομάδες δημιουργικής έκφρασης, διδακτορική διατριβή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (ΔΠΘ), Σχολή Κοινωνικών, Πολιτικών & Οικονομικών Επιστημών, Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης & Πολιτικής Επιστήμης, Κομοτηνή 2015, @freader.ekt.gr

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]