encouragement
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| encouragement | encouragements |
encouragement (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο, συνήθως ενικός)
- η ενθάρρυνση
a few words of encouragement - μερικά λόγια ενθάρρυνσης
He needs all the support and encouragement he can get.
- Χρειάζεται όλη τη στήριξη και την ενθάρρυνση που μπορεί να έχει.
With a little encouragement from his parents he should do well.
- Με λίγη ενθάρρυνση από τους γονείς του, θα τα πάει καλά.
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɑ.ku.ʁaʒ.mɑ̃/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| encouragement | encouragements |
encouragement (fr) αρσενικό
- η ενθάρρυνση, η παρότρυνση