Μετάβαση στο περιεχόμενο

διαδικασία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διαδικασία οι διαδικασίες
      γενική της διαδικασίας των διαδικασιών
    αιτιατική τη διαδικασία τις διαδικασίες
     κλητική διαδικασία διαδικασίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διαδικασία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαδικασία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ði.a.ði.kaˈsi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: διαδικασία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διαδικασία θηλυκό

  1. σύνολο ενεργειών με καθορισμένη τάξη που αφορούν σε κάποιο σκοπό
      Υπερδιπλάσιος χρόνος από ό,τι στις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ εξαιτίας των πολυάριθμων διαδικασιών απαιτείται για το άνοιγμα μιας επιχείρησης στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η χώρα να βρίσκεται στην 121η θέση μεταξύ 155 χωρών (!) όσον αφορά την ευκολία έναρξης επιχείρησης.
    «Γολγοθάς» η Ελλάδα για τους επιχειρηματίες, Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008
  2. (νομικός όρος) η διεξαγωγή μιας συνεδρίασης συλλογικού οργάνου ή δικαστηρίου σύμφωνα με καθορισμένους τύπους και κανόνες καθώς και οι ίδιοι οι κανόνες αυτοί, ο τρόπος διεξαγωγής μιας δίκης, η πορεία της
  3. (πληροφορική) υποπρόγραμμα που δέχεται ή όχι ορίσματα ως παραμέτρους, εκτελεί συγκεκριμένη εργασία και δεν επιστρέφει κάποια τιμή, σε αντίθεση με τη συνάρτηση που επιστρέφει.[1]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Υπώνυμα

[επεξεργασία]
  • trigger (πληροφορική, βάσεις δεδομένων)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]