διαδικασία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διαδικασία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαδικασία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ði.a.ði.kaˈsi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δι‐α‐δι‐κα‐σί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διαδικασία θηλυκό
- σύνολο ενεργειών με καθορισμένη τάξη που αφορούν σε κάποιο σκοπό
- ※ Υπερδιπλάσιος χρόνος από ό,τι στις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ εξαιτίας των πολυάριθμων διαδικασιών απαιτείται για το άνοιγμα μιας επιχείρησης στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η χώρα να βρίσκεται στην 121η θέση μεταξύ 155 χωρών (!) όσον αφορά την ευκολία έναρξης επιχείρησης.
- «Γολγοθάς» η Ελλάδα για τους επιχειρηματίες, Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008
- ※ Υπερδιπλάσιος χρόνος από ό,τι στις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ εξαιτίας των πολυάριθμων διαδικασιών απαιτείται για το άνοιγμα μιας επιχείρησης στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η χώρα να βρίσκεται στην 121η θέση μεταξύ 155 χωρών (!) όσον αφορά την ευκολία έναρξης επιχείρησης.
- (νομικός όρος) η διεξαγωγή μιας συνεδρίασης συλλογικού οργάνου ή δικαστηρίου σύμφωνα με καθορισμένους τύπους και κανόνες καθώς και οι ίδιοι οι κανόνες αυτοί, ο τρόπος διεξαγωγής μιας δίκης, η πορεία της
- (πληροφορική) υποπρόγραμμα που δέχεται ή όχι ορίσματα ως παραμέτρους, εκτελεί συγκεκριμένη εργασία και δεν επιστρέφει κάποια τιμή, σε αντίθεση με τη συνάρτηση που επιστρέφει.[1]
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Υπώνυμα
[επεξεργασία]- trigger (πληροφορική, βάσεις δεδομένων)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Εισαγωγή στις γλώσσες προγραμματισμού με τη γλώσσα C, σελ. 87, Τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αιγαίου. πρόσβαση:2019.09.22
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Πληροφορική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)