Μετάβαση στο περιεχόμενο

διαδικασία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διαδικασία οι διαδικασίες
      γενική της διαδικασίας των διαδικασιών
    αιτιατική τη διαδικασία τις διαδικασίες
     κλητική διαδικασία διαδικασίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διαδικασία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαδικασία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ði.a.ði.kaˈsi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: διαδικασία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διαδικασία θηλυκό

  1. σύνολο ενεργειών με καθορισμένη τάξη που αφορούν σε κάποιο σκοπό
      Υπερδιπλάσιος χρόνος από ό,τι στις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ εξαιτίας των πολυάριθμων διαδικασιών απαιτείται για το άνοιγμα μιας επιχείρησης στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η χώρα να βρίσκεται στην 121η θέση μεταξύ 155 χωρών (!) όσον αφορά την ευκολία έναρξης επιχείρησης.
    «Γολγοθάς» η Ελλάδα για τους επιχειρηματίες, Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008
      Σκοπός της διαδικασίας είναι η κατασκευή μαγειρικών λιπών, για τα οποία τα στερεά πλέον λινέλαια και ιχθυέλαια αναμειγνύονται με ελαιόλαδο και βαμβακέλαιο. Τη σχετική παραγωγή ο Ελαιοφοίνιξ άρχισε το 1931. Ως τότε στην Ελλάδα χρησιμοποιούνται εισαγόμενα μαγειρικά λίπη από τη Βόρεια Ευρώπη (συνήθως με πρώτη ύλη το ιχθυέλαιο) (Ευάγγελος Α. Χεκίμογλου, Η ιστορία της βιομηχανίας τροφίμων, εκδόσεις Κέρκυρα, 2006, σελ. 101)
      Ο ψυχαναλυτής, αντιθέτως από ένα γιατρό, δεν υπόσχεται θεραπεία, ούτε θαυματουργική μεταμόρφωση του πόνου σε ευτυχία, και παρόλο που η κλινική εμπειρία δείχνει ότι η ψυχανάλυση έχει θεραπευτικά αποτελέσματα, η διαδικασία δεν μπορεί να στοχεύσει σε αυτά χωρίς να ενδυναμωθεί το σύμπτωμα: ούτε τα αποτελέσματα μπορούν να προβλεφθούν, σε σειρά ή κατεύθυνση. (Πέτρος Πατούνας, Η Σκηνή στη Σκηνή του Κόσμου, Lulu press, 2015, σελ. 7)
  2. (νομικός όρος) η διεξαγωγή μιας συνεδρίασης συλλογικού οργάνου ή δικαστηρίου σύμφωνα με καθορισμένους τύπους και κανόνες καθώς και οι ίδιοι οι κανόνες αυτοί, ο τρόπος διεξαγωγής μιας δίκης, η πορεία της
  3. (πληροφορική) υποπρόγραμμα που δέχεται ή όχι ορίσματα ως παραμέτρους, εκτελεί συγκεκριμένη εργασία και δεν επιστρέφει κάποια τιμή, σε αντίθεση με τη συνάρτηση που επιστρέφει.[1]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Υπώνυμα

[επεξεργασία]
  • trigger (πληροφορική, βάσεις δεδομένων)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική διαδικασί αἱ διαδικασίαι
      γενική τῆς διαδικασίᾱς τῶν διαδικασιῶν
      δοτική τῇ διαδικασί ταῖς διαδικασίαις
    αιτιατική τὴν διαδικασίᾱν τὰς διαδικασίᾱς
     κλητική ! διαδικασί διαδικασίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  διαδικασί
γεν-δοτ τοῖν  διαδικασίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διαδικασία < διαδικάζω + -ία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /di.a.di.ka.sí.aː/
τυπογραφικός συλλαβισμός: διαδικασία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διαδικασία θηλυκό

  1. εκδίκαση διαφοράς
  2. δικαστική απόφαση
  3. (νομικός όρος) δίκη μέσω της οποίας αποφασίζεται ποιος έχει δικαίωμα σε κάποιο προνόμιο ή είχε την υποχρέωση της δημόσιας λειτουργίας
  4. αντιλογία, διαφορά, έριδα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]