trigger

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

trigger (en)

  • η σκανδάλη
  • ένα γεγονός που πυροδοτεί μια σειρά εξελίξεων

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

trigger (en)

  1. πατάω τη σκανδάλη, πυροβολώ
  2. πυροδοτώ εξελίξεις
    • προκαλώ την έναρξη της διαδικασίας, εκκινώ την διαδικασία