συνθήκη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνθήκη συνθήκες
γενική συνθήκης συνθηκών
αιτιατική συνθήκη συνθήκες
κλητική συνθήκη συνθήκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνθήκη < αρχαία ελληνική συνθήκη < συντίθημι < σύν + τίθημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνθήκη θηλυκό

  1. μια συμφωνία ανάμεσα σε χώρες, μια σύμβαση
  2. μια κατάσταση
    Αδυνατώ να πιστέψω πως μετά από πέντε ή έξι μέρες ταξίδι σε αυτές τις συνθήκες, (…) θα καταφέρουν να φτάσουν όλοι ζωτανοί. («Η Χάννα δεν κλείνει ποτέ τα μάτια», σ. 77-78)
  3. (λογική, μαθηματικά, προγραμματισμός) λογική έκφραση, που μπορεί να είναι αληθής (true) ή ψευδής (false)
    Η έκφραση: a > b, είναι αληθής όταν η τιμή του a είναι μεγαλύτερη του b, αλλιώς είναι ψευδής

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

περίσταση, ανάλογα την περίπτωση, αν με παίρνει η στιγμή εκείνη, συμβόλαιο, φαινόμενο.