Μετάβαση στο περιεχόμενο

traité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
traité traités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

traité (fr) αρσενικό

  1. (πολιτική) το σύμφωνο, η συνθήκη
  2. η πραγματεία

Επίθετο

[επεξεργασία]