sophisticated

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

sophisticated (en)

  1. έμπειρος, πολύπειρος
  2. κομψός, εκλεπτυσμένος, ανώτερου επιπέδου/κλάσης, πρώτος, όμορφος, ποιοτικός
  3. σύνθετος, πολύπλοκος, πολυσύνθετος, δύσκολος, δυσνόητος
  4. εγκεφαλικός (όχι συναισθηματικός)