δύσκολος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική δύσκολος δύσκολη δύσκολο
γενική δύσκολου δύσκολης δύσκολου
αιτιατική δύσκολο δύσκολη δύσκολο
κλητική δύσκολε δύσκολη δύσκολο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δύσκολοι δύσκολες δύσκολα
γενική δύσκολων δύσκολων δύσκολων
αιτιατική δύσκολους δύσκολες δύσκολα
κλητική δύσκολοι δύσκολες δύσκολα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δύσκολος < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈði.skɔ.lɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈði.skɔ.li/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈði.skɔ.lɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δύσκολος, -η, -ο

  1. που δεν αντιμετωπίζεται εύκολα
  2. που απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια, δεξιότητες ή μόχθο για την επίτευξή του
  3. που δεν γίνεται εύκολα κατανοητός
  4. που δεν παρουσιάζει κάποιο πλεονέκτημα αλλά δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια και δυσχέρειες
  5. που δεν είναι κατάλληλος, που είναι απρόσφορος για κάποιον/κάτι
  6. που είναι γεμάτος προβλήματα και δυσχέρειες
  7. που δεν μπορεί να θεραπευθεί εύκολα
  8. για προβληματικές ενέργειες ή καταστάσεις
  9. που προξενεί προβλήματα, που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς εύκολα τον ιδιότροπο χαρακτήρα του
  10. που δεν μπορεί εύκολα να ικανοποιηθεί με κάτι, που είναι πολύ λεπτόλογος σε κάθε επιλογή του
  11. δις+....

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Είναι δύσκολος καιρός για... το λέμε όταν βρισκόμαστε σε μια δύσκολη φάση (της ζωής μας κ.ά.)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]