απαιτώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαιτώ < αρχαία ελληνική ἀπαιτῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

απαιτώ, παθητικό: απαιτούμαι, παθητική μετοχή ενεστώτα: απαιτούμενος

  1. ζητώ κάτι επιτακτικά, επειδή έχω την εξουσία προς τούτο ή επειδή το θεωρώ αναφαίρετο δικαίωμά μου
    οι γονείς συχνά απαιτούν υπερβολικά πολλά από τα παιδιά τους
    δεν επαιτούμε αυξήσεις, απαιτούμε
  2. χρειάζομαι οπωσδήποτε κάτι για να λειτουργήσω καλά
    τα καινούρια προγράμματα απαιτούν τις περισσότερες φορές ταχύτερους υπολογιστές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]