ζητώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ζητώ < αρχαία ελληνική ζητέω, -ῶ

Open book 01.svg Ρήμα[]

ζητώ, β΄ πρ. ζητείς και ζητάς, αόρ.: ζήτησα, παθητικό: ζητούμαι και ζητιέμαι

  1. (από κάποιον κάτι)
    1. λέω (με τόνο επιτακτικό, παρακλητικό ή ουδέτερο) σε κάποιον να μου δώσει κάτι
      της ζήτησε ένα ποτήρι νερό
    2. λέω (με τόνο επιτακτικό, παρακλητικό ή ουδέτερο) σε κάποιον να ικανοποιήσει μια επιθυμία μου
      σας ζήτησα να κάνετε ησυχία
  2. ψάχνω να βρω κάτι που χρειάζομαι, αναζητώ κάτι (υλικό ή άυλο)
    ζητώ πληροφορίες
    ο φιλόσοφος ζητάει απαντήσεις στα ερωτήματα που βασανίζουν ολόκληρη την ανθρωπότητα
    ζητώ μεταχειρισμένο αυτοκίνητο πενταετίας σε καλή κατάσταση
  3. κάνω πρόταση γάμου σε κάποιαν ή ζητώ από τους γονείς της την άδεια να την παντρευτώ
    θα πάω στο σπίτι της το βράδυ να τη ζητήσω

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Εκφράσεις[]

  • ζητώ συγγνώμη: παρακαλώ κάποιον να με συγχωρέσει
  • ζητώ από κάποιον το λόγο

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]