συνηρημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : συνῃρημένος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συνηρημένος συνηρημένη συνηρημένο
γενική συνηρημένου συνηρημένης συνηρημένου
αιτιατική συνηρημένο συνηρημένη συνηρημένο
κλητική συνηρημένε συνηρημένη συνηρημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συνηρημένοι συνηρημένες συνηρημένα
γενική συνηρημένων συνηρημένων συνηρημένων
αιτιατική συνηρημένους συνηρημένες συνηρημένα
κλητική συνηρημένοι συνηρημένες συνηρημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνηρημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συναιρώ, ελληνιστική κοινή συνῃρημένος (ελαττωμένος) του συναιρέω / συναιρῶ.
για τον όρο της γραμματικής: (σημασιολογικό δάνειο) νεολατινική contractus, μετοχής του contrahō όπως στην έκφραση verba contracta (συνηρημένα ρήματα)[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.ni.ɾiˈme.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

συνηρημένος

  • που έχει προκύψει από συναίρεση
    το τιμώ είναι συνηρημένος τύπος του τιμάω
    συνηρημένα ουσιαστικά, επίθετα, ρήματα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. συνηρημένος στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.