Μετάβαση στο περιεχόμενο

απαίτηση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απαίτηση οι απαιτήσεις
      γενική της απαίτησης* των απαιτήσεων
    αιτιατική την απαίτηση τις απαιτήσεις
     κλητική απαίτηση απαιτήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, απαιτήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απαίτηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπαίτη(σις) + -ση[1]. Σημασία 1 < αρχαία ελληνική ἀπαίτησις και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική exigence. Σημασία 2 < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική (An)forderung. Σημασία 3 «οι απαιτήσεις» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική requirements[2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈpe.ti.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: απαίτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

απαίτηση θηλυκό

  1. αυτό που απαιτώ, που ζητώ οπωσδήποτε, επίμονα
    παράδειγμα  Έχω την απαίτηση να είστε συνεπείς στις υποχρεώσεις σας.
    > υπερώνυμα: αίτημα
  2. (νομικός όρος) το δικαίωμα για διεκδίκηση ή για εκπλήρωση παροχής
  3. (στον πληθυντικό) «οι απαιτήσεις» αυτό που απαιτείται, είναι απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να εκτελεστεί σωστά μια εργασία
    παράδειγμα  Οι απαιτήσεις των καινούριων λειτουργικών συστημάτων σε τεχνολογικό υλικό είναι πολύ αυξημένες.
  4. (λογιστική) περιουσιακό στοιχείο που ανήκει στο κυκλοφορούν ενεργητικό και εκφράζει πληρωμές σε μετρητά που αναμένει μια οικονομική μονάδα από άλλη οικονομική μονάδα
    < υπώνυμα:  πελάτες (εμπορική απαίτηση)
     δείτε τη λέξη εισπρακτέος

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. απαίτηση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. απαίτηση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)