απαίτηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απαίτηση οι απαιτήσεις
      γενική της απαίτησης
& απαιτήσεως
των απαιτήσεων
    αιτιατική την απαίτηση τις απαιτήσεις
     κλητική απαίτηση απαιτήσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαίτηση < απαιτώ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απαίτηση θηλυκό

έχω την απαίτηση να είστε συνεπείς στις υποχρεώσεις σας
  • αυτό που απαιτείται προκειμένου να εκτελεστεί σωστά μια εργασία
οι απαιτήσεις των καινούριων λειτουργικών συστημάτων σε τεχνολογικό υλικό είναι πολύ αυξημένες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]