requirement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

requirement (en)

  1. απαίτηση, κάτι που απαιτείται, είναι αναγκαίο ή υποχρεωτικό
    good knowledge of English is a requirement to get a good job
  2. προαπαιτούμενο, -α, απαίτηση, κάτι που απαιτείται προκειμένου να εκτελεστεί σωστά μια εργασία
    your computer does not meet the minimal requirements to execute this program
    ※  If your computer meets the minimum requirements but does not meet the suggested requirements, the program is going to work, but it may be slow [1]
    Εάν ο υπολογιστής σας πληροί τις ελάχιστες απαιτήσεις αλλά δεν πληροί τις προτεινόμενες απαιτήσεις, το πρόγραμμα θα λειτουργήσει, αλλά μπορεί να είναι αργό (Απόδοση: το Βικιλεξικό.)

Αναφορές[επεξεργασία]