εύκολος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : εὔκολος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εύκολος εύκολη εύκολο
γενική εύκολου εύκολης εύκολου
αιτιατική εύκολο εύκολη εύκολο
κλητική εύκολε εύκολη εύκολο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εύκολοι εύκολες εύκολα
γενική εύκολων εύκολων εύκολων
αιτιατική εύκολους εύκολες εύκολα
κλητική εύκολοι εύκολες εύκολα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εύκολος < αρχαία ελληνική εὔκολος < εὖ + κόλον (τροφή)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɛf.kɔ.lɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εύκολος, -η, -ο

  1. που επιτυγχάνεται ή επιλύεται χωρίς ιδιαίτερα μεγάλη προσπάθεια
  2. (για πρόσωπα, ιδίως στο θηλυκό) που δεν απαιτείται μεγάλη προσπάθεια για να προσεγγιστεί ερωτικά

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]