διευκόλυνση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διευκόλυνση διευκολύνσεις
γενική διευκόλυνσης
& διευκολύνσεως
διευκολύνσεων
αιτιατική διευκόλυνση διευκολύνσεις
κλητική διευκόλυνση διευκολύνσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διευκόλυνση < διευκολύνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διευκόλυνση θηλυκό

  1. η ενέργεια του ρήματος διευκολύνω, το να κάνεις κάτι πιο εύκολο για κάποιον
  2. (ειδικότερα) εκδούλευση, χάρη, εξυπηρέτηση
  3. (ειδικότερα) μικρό συνήθως δάνειο για μικρό χρονικό διάστημα ή συναίνεση για να καθυστερήσει μία πληρωμή
    ΔΕΗ: Tαμειακή διευκόλυνση με καθυστέρηση καταβολής 250 εκατ. ευρώ. Με πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου το υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε η ΔΕΗ να καθυστερήσει την καταβολή πρός το ελληνικό δημόσιο ποσού 250 εκατ. ευρώ από την είσπραξη του έκτακτου τέλους Ακίνητης Περιουσίας, ώστε να διευθετήσει τα άμεσα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετωπίζει. (από την εφημερίδα ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 27/4/2012)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]