Μετάβαση στο περιεχόμενο

facile

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
facile faciles

facile (fr) αρσενικό ή θηλυκό



Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
facile < facil- + -e

Επίρρημα

[επεξεργασία]

facile (eo)



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
facile facili

facile (it) αρσενικό ή θηλυκό



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

facile (la)

Αντώνυμα

[επεξεργασία]