Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
Εμφάνιση
Σελίδες στην κατηγορία "Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)"
Αυτή η κατηγορία περιέχει τις ακόλουθες 200 σελίδες, από 565 συνολικά.
(προηγούμενη σελίδα) (επόμενη σελίδα)Α
- ἀάατος
- ἄαπτος
- ἄατος
- ἀβέβαιος
- ἀγάννιφος
- ἀγήλατος
- ἀγήρατος
- ἄγνωστος
- ἀγχέμαχος
- ἀγχίμολος
- ἀγχώμαλος
- ἀδείμαντος
- ἀδέκαστος
- ἀδέσποτος
- ἀδέψητος
- ἀδήριτος
- ἀδίαντος
- ἀδιάτρεπτος
- ἄδικος
- ἀδόκητος
- ἄδορος
- ἀδορυφόρητος
- ἄδραστος
- ἄδωρος
- ἄειλος
- ἀείμνηστος
- ἀεξίβιος
- ἄθεος
- ἄθυμος
- ἀθυρόστομος
- αἰδέσιμος
- αἴθριος
- αἱμύλιος
- αἴσυλος
- ἀκίνδυνος
- ἀκίνητος
- ἀκίχητος
- ἀκοινώνητος
- ἀκόλουθος
- ἄκομος
- ἀκόρητος
- ἄκρατος
- ἀκράχολος
- ἀκρόβολος
- ἀκρόχολος
- ἀκτένιστος
- ἀκύρωτος
- ἄλαστος
- ἀλίαστος
- ἁλίβαπτος
- ἀλιτήριος
- Ἄλπειος
- ἄμβροτος
- ἀμετάπτωτος
- ἀμήχανος
- ἄμικτος
- ἄμοιρος
- ἄμυλος
- ἀμφαρίστερος
- ἀμφήριστος
- ἀμφιδέξιος
- ἀμφιδήριτος
- ἀμφίστομος
- ἀναίσθητος
- ἄναλος
- ἀνάξιος
- ἀνάπηρος
- ἀναπόνιπτος
- ἄναρχος
- ἄνατος
- ἀνδρείκελος
- ἀνέκδοτος
- ἀνέκλειπτος
- ἀνέκπλυτος
- ἀνέλπιστος
- ἀνεξέλεγκτος
- ἀνεπιδόκητος
- ἀνεπικοινώνητος
- ἀνεπίξεστος
- ἀνέργαστος
- ἄνεργος
- ἄνηβος
- ἄνιπτος
- ἄνοδος
- ἀνόρεκτος
- ἄνορχος
- ἀντήλιος
- ἀντροδίαιτος
- ἀνυπόδητος
- ἀνύσιμος
- ἄνωρος
- ἄξεινος
- ἄξενος
- ἄξεστος
- ἀξιόμαχος
- ἀξύλιστος
- ἀξύνετος
- ἄπαππος
- ἀπαραμύθητος
- ἄπαστος
- ἄπεπτος
- ἀπήμαντος
- ἄπιστος
- ἄπλυτος
- ἄποικος
- ἄπονος
- ἀπόρρητος
- ἀπόστροφος
- ἀπότομος
- ἀποφώλιος
- ἄπταιστος
- ἀπύλωτος
- ἀργυρώνητος
- ἀρίδηλος
- ἄρρωστος
- ἄρωστος
- ἄσημος
- ἄσπετος
- ἄσυλος
- ἀσύφηλος
- ἀσώματος
- ἀτάλαντος
- ἀτάσθαλος
- ἀτημέλητος
- ἄτιμος
- ἄτλητος
- ἄτροπος
- αὐτοκίνητος
- αὐτόκωλος
- αὐτόφωρος
- ἄφαρκτος
- ἄφθιτος
- ἄφθονος
- ἄφλεβος
- ἄφρακτος
- ἄφραστος
- ἀφύλακτος
- ἀφύρατος
- ἄχραντος
- ἄχρηστος
- ἀχώριστος
- ἁψίκορος
- ἄωρος
- ἄωτος
Β
Δ
- δακρυσίστακτος
- δηλητήριος
- διαγώνιος
- διάδοχος
- διάδρομος
- διάκενος
- διάσημος
- διάστερος
- διάτορος
- διάτροπος
- διάφορος
- δίβολος
- δίγαμος
- δίγλωσσος
- δίγνωμος
- δικέφαλος
- δικότυλος
- δίκροτος
- δίκωπος
- διμέτωπος
- δίπτυχος
- δίπυρος
- δίρρυτος
- δισήμαντος
- δίσημος
- δισπίθαμος
- δίστιχος
- δίστοιχος
- δίστομος
- δισύλλαβος
- δίτροχος
- δίφορος
- δίχηλος
- δίχρονος