βύσσινος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βύσσινος η βύσσινη το βύσσινο
      γενική του βύσσινου της βύσσινης του βύσσινου
    αιτιατική τον βύσσινο τη βύσσινη το βύσσινο
     κλητική βύσσινε βύσσινη βύσσινο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βύσσινοι οι βύσσινες τα βύσσινα
      γενική των βύσσινων των βύσσινων των βύσσινων
    αιτιατική τους βύσσινους τις βύσσινες τα βύσσινα
     κλητική βύσσινοι βύσσινες βύσσινα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βύσσινος < αρχαία ελληνική βύσσινος < βύσσος

Επίθετο[επεξεργασία]

βύσσινος, -η, -ο

  1. (παρωχημένο) που έχει κατασκευαστεί από βύσσο
  2. (παρωχημένο) που έχει το χρώμα του βύσσινου
    άλλες μορφές: βυσσινής

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ βύσσινος τὸ βύσσινον οἱ, αἱ βύσσινοι τὰ βύσσινα
Γενική τοῦ, τῆς βυσσίνου τοῦ βυσσίνου τῶν βυσσίνων τῶν βυσσίνων
Δοτική τῷ, τῇ βυσσίνῳ τῷ βυσσίνῳ τοῖς, ταῖς βυσσίνοις τοῖς βυσσίνοις
Αιτιατική τὸν, τὴν βύσσινον τὸ βύσσινον τοὺς, τὰς βυσσίνους τὰ βύσσινα
Κλητική βύσσινε βύσσινον βύσσινοι βύσσινα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βυσσίνω
Γενική-Δοτική βυσσίνοιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βύσσινος < βύσσος

Επίθετο[επεξεργασία]

βύσσινος - ος - ον