δυσάρεστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δυσάρεστος, λόγια λέξη < αρχαία ελληνική δυσάρεστος

Open book 01.svg Επίθετο[]

δυσάρεστος, -η, -ο

  1. που δυσαρεστεί κάποιον, που προξενεί αρνητικά αισθήματα ή συναισθήματα (ενόχληση ή στενοχώρια)

32πχ Μεταφράσεις[]