γκρινιάρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική γκρινιάρης γκρινιάρα γκρινιάρικο
γενική γκρινιάρη γκρινιάρας γκρινιάρικου
αιτιατική γκρινιάρη γκρινιάρα γκρινιάρικο
κλητική γκρινιάρη γκρινιάρα γκρινιάρικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γκρινιάρηδες γκρινιάρες γκρινιάρικα
γενική γκρινιάρηδων (γκρινιάρων) γκρινιάρικων
αιτιατική γκρινιάρηδες γκρινιάρες γκρινιάρικα
κλητική γκρινιάρηδες γκρινιάρες γκρινιάρικα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκρινιάρης < γκρίνια < grigna (ιταλική)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γκρινιάρης

  1. που γκρινιάζει συχνά, που παραπονιέται για τα πάντα
    δεν μου αρέσει η παρέα του, είναι πολύ γκρινιάρης τύπος
    (ως ουσιαστικό) μην αφήνεις τον γκρινιάρη να χαλάσει τη διάθεσή σου

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκρινιάρης αρσενικό

  1. είδος επιτραπέζιου παιχνιδιού
  2. ένα από τα στρουμφάκια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]