γκρινιάρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική γκρινιάρης γκρινιάρα γκρινιάρικο
γενική γκρινιάρη γκρινιάρας γκρινιάρικου
αιτιατική γκρινιάρη γκρινιάρα γκρινιάρικο
κλητική γκρινιάρη γκρινιάρα γκρινιάρικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γκρινιάρηδες γκρινιάρες γκρινιάρικα
γενική γκρινιάρηδων γκρινιάρικων
αιτιατική γκρινιάρηδες γκρινιάρες γκρινιάρικα
κλητική γκρινιάρηδες γκρινιάρες γκρινιάρικα


Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκρινιάρης < γκρίνια < grigna (ιταλική)

Επίθετο[επεξεργασία]

γκρινιάρης

  1. που γκρινιάζει συχνά, που παραπονιέται για τα πάντα
    δεν μου αρέσει η παρέα του, είναι πολύ γκρινιάρης τύπος
    (ως ουσιαστικό) μην αφήνεις τον γκρινιάρη να χαλάσει τη διάθεσή σου

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκρινιάρης αρσενικό

  1. είδος επιτραπέζιου παιχνιδιού
  2. ένα από τα στρουμφάκια

Μεταφράσεις[επεξεργασία]