γκρινιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκρινιάζω < γκρίνια

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γκρινιάζω ( & γρινιάζω)

  1. παραπονιέμαι διαρκώς ή πάντως παραπάνω από το μέσο όρο
  2. διαμαρτύρομαι για κάτι συγκεκριμένο, δυσανασχετώ με μουρμούρα, όχι επιθετικά και άμεσα, αλλά προσπαθώ να αλλάξω κάτι με το οποίο διαφωνώ χρησιμοποιώντας ως όπλο τη γρίνα μου

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]