γκρινιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκρινιάζω < γκρίνια

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γκρινιάζω ( & γρινιάζω)

  1. ο επιτονισμός και η χροιά της φωνής μου επικοινωνούν διαφωνία ή δυσφορία και ο παραγόμενος ήχος είναι δυσάρεστος για τον μέσο ακροατή, μπορεί να γκρινιάξει και άτομο που δεν χειρίζεται κάποια γλώσσα, όταν το άτομο γνωρίζει κάποια γλώσσα εκφράζει επίμονα την διαφωνία και την δυσφορία του πάνω στα συγκεκριμένα δυσαρμονικά χροιοεπιτονικά ηχητικά μοτίβα
  2. παραπονιέμαι διαρκώς ή πάντως παραπάνω από το μέσο όρο
    • διαμαρτύρομαι για κάτι συγκεκριμένο, δυσανασχετώ με μουρμούρα, όχι επιθετικά και άμεσα, αλλά προσπαθώ να αλλάξω κάτι με το οποίο διαφωνώ χρησιμοποιώντας ως όπλο τη γρίνα μου
    • παραπονιέμαι επίμονα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]