δυσαρεστώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσαρεστώ < ελληνιστική κοινή δυσαρεστέω, -ῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δυσαρεστώ

  1. προκαλώ δυσαρέσκεια σε κάποιον, ενόχληση ή στενοχώρια


Αρχικοί Χρόνοι Ενεργητική Φωνή Μέσοπαθητική Φωνή
Ενεστώτας δυσαρεστώ δυσαρεστούμαι
Παρατατικός δυσαρεστούσα -
Μέλλοντας Στιγμ. θα δυσαρεστήσω θα δυσαρεστηθώ
Μέλλοντας Εξακολ. θα δυσαρεστώ θα δυσαρεστούμαι
Αόριστος δυσαρέστησα δυσαρεστήθηκα
Παρακείμενος έχω δυσαρεστήσει έχω δυσαρεστηθεί -είμαι δυσαρεστημένος
Μετοχή ενεστ. δυσαρεστώντας παθ. παρακ. δυσαρεστημένος


  • ο μέσος παρατατικός (δυσαρεστιόμουν και δυσαρεστούμουν) αποφεύγεται και αντ' αυτού: ήμουν δυσαρεστημένος. Λόγια μετοχή ενεστώτα δυσαρεστούμενος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]