δυσαρεστώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.
Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Προς μορφοποίηση: Έχει γραμμένο Πίνακα βασικών χρόνων (δοκιμαστικό για πρότπο). --sarri.greek (συζήτηση) 21:47, 28 Απριλίου 2019 (UTC).


Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσαρεστώ < ελληνιστική κοινή δυσαρεστέω, -ῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δυσαρεστώ


Αρχικοί Χρόνοι Ενεργητική Φωνή Μέσοπαθητική Φωνή
Ενεστώτας δυσαρεστώ δυσαρεστούμαι
Παρατατικός δυσαρεστούσα -
Μέλλοντας Στιγμ. θα δυσαρεστήσω θα δυσαρεστηθώ
Μέλλοντας Εξακολ. θα δυσαρεστώ θα δυσαρεστούμαι
Αόριστος δυσαρέστησα δυσαρεστήθηκα
Παρακείμενος έχω δυσαρεστήσει έχω δυσαρεστηθεί -είμαι δυσαρεστημένος
Μετοχή ενεστ. δυσαρεστώντας παθ. παρακ. δυσαρεστημένος
  • ο μέσος παρατατικός (δυσαρεστιόμουν και δυσαρεστούμουν) αποφεύγεται και αντ' αυτού: ήμουν δυσαρεστημένος. Λόγια μετοχή ενεστώτα δυσαρεστούμενος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]