στενοχώρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στενοχώρια στενοχώριες
γενική στενοχώριας
αιτιατική στενοχώρια στενοχώριες
κλητική στενοχώρια στενοχώριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στενοχώρια < ελληνιστική κοινή στενοχωρία (στενός χώρος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στενοχώρια θηλυκό

δείτε τη λέξη: στεναχώρια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]