souci

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
souci soucis

souci (fr) αρσενικό

  1. έγνοια, ανησυχία
    il se fait beaucoup de souci pour sa fille - έχει πολλές έγνοιες / ανησυχεί πολύ για την κόρη του