Μετάβαση στο περιεχόμενο

αρέσω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀρέσω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αρέσω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρέσω < αρχαία ελληνική ἀρέσκω. Συγκρίνετε με το αρέσκω & αρέζω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈɾe.so/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αρέσω

αρέσω, πρτ.: άρεσα, αόρ.: άρεσα (χωρίς παθητική φωνή) {{ετ|

  1. είμαι ευχάριστος
  2. είμαι συμπαθητικός
    παράδειγμα  Τους άρεσε πολύ η εκδρομή που κάνατε.
  3. (στο τρίτο πρόσωπο) (αρέσει, άρεσε)
    παράδειγμα  Το γλυκό «υποβρύχιο» μου αρέσει πάρα πολύ.
      Είπαμε ότι εξωτερικά δε μοιάζουμε. Αν καθίσω όμως να γράψω σε πόσα πράγματα μοιάζουμε, δε θα μας φτάσουν οοόλες οι σελίδες από εκατοντάφυλλο τετράδιο – που ακόμη δεν έχω , γιατί πάω στην Δ΄ δημοτικού, αλλά τα βλέπω στο βιβλιοπωλείο και πολύ μου αρέσουν. Για να μην ξοδεύω τις σελίδες του εικοσάφυλλού μου λοιπόν, ορίστε μερικά μονάχα από τα πολλά που αρέσουν και στους δυο μας. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]