ιδίωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιδίωμα ιδιώματα
γενική ιδιώματος ιδιωμάτων
αιτιατική ιδίωμα ιδιώματα
κλητική ιδίωμα ιδιώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδίωμα < αρχαία ελληνική ἰδίωμα καθετί που αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ή γνώρισμα ιδιότητας. Το χρώμα αυτό έχει το ιδίωμα να μαυρίζει στον ήλιο.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ˈði.ɔ.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιδίωμα ουδέτερο

  1. γλωσσική ποικιλία που χαρακτηρίζει έναν τόπο ή μια κοινωνική ομάδα
    στο τοπικό ιδίωμα της Καλαμάτας είναι πολύ συνηθισμένη η προσφώνηση "Μάνα μου"
    το σύγχρονο νεανικό ιδίωμα χαρακτηρίζεται από μεγάλο βαθμό πρόσληψης ξένων λέξεων και νεολογισμούς
    η διάλεκτος, σε αντίθεση με το ιδίωμα, διαφέρει σημαντικά από την κοινή γλώσσα
  2. καλλιτεχνικό στιλ
    Το σμυρναίικο μουσικό ιδίωμα
  3. ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στη συμπεριφορά ενός ανθρώπου
    έχει το ιδίωμα να τρίβει τα χέρια του πριν μιλήσει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

  1. γλωσ. Η γλωσσική ποικιλία που είναι χαρακτηριστική ενός τόπου, αλλά δεν παρουσιάζει σημαντικές διαφορές από την κοινή, ώστε να μπορεί να θεωρείται διάλεκτός της. Ιδιώματα της ελληνικής μπορούν να θεωρηθούν τοπικές παραλλαγές, όπως της Σύμης, της Χίου, των Δωδεκανήσων, του βορειοελλαδικού χώρου, των Κυκλάδων, της Σαμοθράκης κλπ.
  2. επί ανθρώπων, ιδιαίτερη έξη ή ιδιοτροπία «ο πατέρας μου έχει το ιδίωμα να κοιμάται πάντα ανάσκελα»,«παιδί με κακά ιδιώματα»

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]