Μετάβαση στο περιεχόμενο

idiom

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
idiom < απώτατη προέλευση αρχαία ελληνική ἰδίωμα.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
idiom idioms

idiom (en)

  1. (γλωσσολογία) το ιδίωμα (γλωσσική ποικιλία διαλέκτου ή γλώσσας)
    παράδειγμα  the English idiom - το αγγλικό ιδίωμα
  2. το καλλιτεχνικό ιδίωμα (ύφος, στιλ)
  3. (γλωσσολογία) ο ιδιωτισμός (έκφραση με ιδιαίτερη σημασία ή σύνταξη, που η έννοιά της δεν προκύπτει πάντοτε από την σημασία των επιμέρους λέξεων)
    παράδειγμα  English is full of idioms.
    Τα αγγλικά είναι γεμάτα ιδιωτισμούς.
  4. (προγραμματισμός) δομή κώδικα που είναι χαρακτηριστική σε ορισμένη γλώσσα προγραμματισμού

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Η σημασία «έκφραση με ιδιαίτερη σημασία ή σύνταξη» συχνά αποδίδεται καταχρηστικά στα ελληνικά ως ιδιωματισμός, ωστόσο ο όρος ιδιωματισμός δηλώνει το ιδιαιτερό χαρακτηριστικό γλωσσικής ποικιλίας και όχι μια έκφραση. Στο Βικιλεξικό χρησιμοποιούμε τον όρο έκφραση, υπερωνυμικά αντί του ιδιωτισμός και το (ιδιωματικό) προορίζεται όχι για ιδιωτισμούς αλλά για ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γλωσσικών ποικιλιών.

Σύνθετα

[επεξεργασία]
  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 383-384, 384. ISBN 9780194325684. , λήμμα: ιδίωμα, ιδιωματισμός