ιδιωματισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ιδιωματισμός οι ιδιωματισμοί
      γενική του ιδιωματισμού των ιδιωματισμών
    αιτιατική τον ιδιωματισμό τους ιδιωματισμούς
     κλητική ιδιωματισμέ ιδιωματισμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδιωματισμός < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιδιωματισμός αρσενικό

  1. (γλωσσολογία) λέξη ή φράση ή άλλο γλωσσικό στοιχείο που απαντά σε ένα τοπικό ή κοινωνικό ιδίωμα ή διάλεκτο και όχι στην κοινή γλώσσα
  2. παγιωμένη έκφραση με ιδιαίτερο νόημα που δεν προκύπτει από το νόημα των επιμέρους λέξεων που την αποτελούν
     συνώνυμα: ιδιωτισμός

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]