ιδιωτισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιδιωτισμός ιδιωτισμοί
γενική ιδιωτισμού ιδιωτισμών
αιτιατική ιδιωτισμό ιδιωτισμούς
κλητική ιδιωτισμέ ιδιωτισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδιωτισμός, λόγια λέξη < αρχαία ελληνική ἰδιωτισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιδιωτισμός αρσενικό

  1. γλωσσική σύναψη που αποτελεί ιδιαιτερότητα μιας συγκεκριμένης γλώσσας και δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί ως το άθροισμα των εννοιών των λέξεων που την αποτελούν
  2. (λόγιο) η ιδιωτεία, η βλακεία

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]