λόγιο ενδογενές δάνειο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λόγιο ενδογενές δάνειο < λόγιο & ενδογενές & δάνειο

Open book 01.svg Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

λόγιο ενδογενές δάνειο ουδέτερο

  • (γλωσσολογία) το λόγιο πλάσιμο νέας λέξης ή όρου σε κάποια γλώσσα με λέξεις ή όρους δανεισμένους από προηγούμενη ή άλλη φάση της γλώσσας
    Η ελληνική λέξη τηλέφωνο είναι λόγιο ενδογενές δάνειο από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις τῆλε και φωνή μέσω της γαλλικής λέξης téléphone
    Λέξεις σχηματισμένες σε ξένες γλώσσες (συνήθως ως επιστημονικοί όροι) με συστατικά της αποδέκτριας γλώσσας, αλλά όχι πάντοτε σύμφωνα με τους νόμους παραγωγής και συνθέσεως της τελευταίας. Η κατηγορία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελληνική, στην οποία αφθονούν οι ελληνογενείς ξένοι όροι (π.χ. πλήθος συνθέτων σε ‑λογία, ‑αλγία, ‑μανία, ‑μετρία κτλ. συχνά η απόδοση δεν είναι απολύτως βέβαιη [...]
    Μωυσιάδης, Θεόδωρος. Ετυμολογία: εισαγωγή στη μεσαιωνική και νεοελληνική ετυμολογία. Αθήνα: Ελληνικά γράμματα, 2005. σελ.190.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]