όρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ὄρος, ορός, ὀρός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. όρος < αρχαία ελληνικήὅρος < τὸ ὅριον (όριο)
  2. όρος < αρχαία ελληνική τὸ ὄρος < ὄρνυμι (σηκώνομαι)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɔ.ɾɔs/
τονικό παρώνυμο: ορός

Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο όρος οι όροι
      γενική του όρου των όρων
    αιτιατική τον όρο τους όρους
     κλητική όρε όροι
όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

όρος αρσενικό

  1. μια προϋπόθεση, μια κατάσταση για να ληφθεί μια απόφαση
    Θα έρθω υπό έναν όρο: ...
  2. μια διάταξη, ένα μέρος μιας συμφωνίας
    Οι όροι της συμφωνίας δεν είναι ξεκάθαροι.
  3. ένα όριο
    εφ' όρου ζωής: μέχρι το τέλος της ζωής, για όλη τη διάρκεια του βίου (ενός ανθρώπου)
  4. στοιχείο που μαζί με άλλα συγκροτεί μια ενότητα
    οι βασικοί όροι μιας πρότασης είναι το υποκείμενο και το κατηγόρημα
    οι όροι του κλάσματος
  5. (πληροφορική) προαιρετικός όρος σε εντολή που την εξειδικεύει
     συνώνυμα: επιλογή

Σύνθετα[επεξεργασία]

όριο

ορολογία

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το όρος τα όρη
      γενική του όρους των ορέων
    αιτιατική το όρος τα όρη
     κλητική όρος όρη
όπως «άνθος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

όρος ουδέτερο

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη  βουνό