ψιλή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψιλή ψιλές
γενική ψιλής ψιλών
αιτιατική ψιλή ψιλές
κλητική ψιλή ψιλές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψιλή < θηλυκό του επιθέτου ψιλός
η "ψιλή" (2)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψιλή θηλυκό

  1. το σημείο [ ᾿ ], το ένα από τα δύο πνεύματα που χρησιμοποιούνταν στο πολυτονικό σύστημα γραφής της ελληνικής γλώσσας, αυτό που δήλωνε την απουσία δασείας προφοράς για το αρχικό φωνήεν μιας λέξη, όμοιο με το σύμβολο της αποστρόφου
  2. μηχανή για κούρεμα που κόβει τα μαλλιά σύρριζα, γουλί
    Την άλλη μέρα πήγα στον κουρέα στην οδό Σικίνου και του ζήτησα να με κουρέψει με την ψιλή. (Γιάννης Ξανθούλης, Το πεθαμένο λικέρ)
  3. η μπάτσα, η σφαλιάρα
    θα σε αρχίσω στις ψιλές να στρώσεις

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

ψιλή

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]