ψιλικατζής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψιλικατζής ψιλικατζήδες
γενική ψιλικατζή ψιλικατζήδων
αιτιατική ψιλικατζή ψιλικατζήδες
κλητική ψιλικατζή ψιλικατζήδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψιλικατζής < ψιλικά + -τζής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψιλικατζής αρσενικό (θηλυκό ψιλικατζού)

  1. ιδιοκτήτης ή υπάλληλος ψιλικατζίδικου
  2. (μεταφορικά) που υπολογίζει και το παραμικρό χρηματικό ποσό
    δέκα λεπτά λιγότερα σου έδωσε, μη γίνεσαι ψιλικατζής
  3. που κερδίζει μόνο μικροποσά από νόμιμη ή παράνομη δραστηριότητα ή που οι δραστηριότητές του είναι περιορισμένες
    άλλοι είναι οι μεγάλοι κλέφτες, αυτός είναι ψιλικατζής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]