σφαλιάρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σφαλιάρα σφαλιάρες
γενική σφαλιάρας
αιτιατική σφαλιάρα σφαλιάρες
κλητική σφαλιάρα σφαλιάρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφαλιάρα < από το ιταλικό sfagliaro.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σφαλιάρα θηλυκό

  1. χτύπημα στο σβέρκο με την παλάμη του χεριού
  2. χτύπημα στο μάγουλο με την παλάμη του χεριού
  3. (ιδιωματικό) αυτοσχέδιο εργαλείο των καραγκιοζοπαικτών για την παραγωγή των ήχων από τις καρπαζιές που ακούγονται στις παραστάσεις τους, η χαστουκιέρα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • παίζω σφαλιάρες (με κάποιον): είμαι πολύ φίλος, πολύ οικείος (με κάποιον)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]