Κατηγορία:Αργκό (νέα ελληνικά)
Εμφάνιση
| Κατηγορίες » Γλώσσα: Νέα ελληνικά » Υφολογικές κατηγορίες » Αργκό ««« |
| για τους συντάκτες: μοντέλα μορφοποίησης:
|
Βικιλεξικό:Κριτήρια συμπερίληψης
Βιβλιογραφία:
- Κάτος, Γιώργος Λεξικό της λαϊκής και περιθωριακής μας γλώσσας στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- Πετρόπουλος, Ηλίας.
Υποκατηγορίες
Αυτή η κατηγορία έχει τις ακόλουθες 3 υποκατηγορίες, από 3 συνολικά.
*
- Αργκό (κυπριακά) (1 Σ)
Α
- Διαδικτυακή αργκό (νέα ελληνικά) (102 Σ)
Σελίδες στην κατηγορία "Αργκό (νέα ελληνικά)"
Αυτή η κατηγορία περιέχει τις ακόλουθες 200 σελίδες, από 446 συνολικά.
(προηγούμενη σελίδα) (επόμενη σελίδα)H
S
Α
- αγγαρειομάχος
- αγγελόσκονη
- αγγούρι
- αγκάθια έχει ο κώλος σου;
- αγορίτσι
- αδειάζω
- αηδόνι
- ακανές
- ακουμπάω
- ακριδάτος
- αλβανός
- αλέ
- αλογομούρης
- αλτέρνατιβ
- αμερικανιά
- αναρχομαλάκας
- ανεβαστικά
- ανεβαστικός
- αξάφριστος
- άπαιχτος
- αποβολή
- απολάδωση
- άποντος
- αποφαλάκρωση
- αποψίλωση
- αράπης
- ΑΡΔ
- αρκουδίσιον
- αρπακόλλα
- αρπακόλλας
- αρπακολλατζής
- αρπακολλατζίδικος
- άσπρη
- αφασία
- αφήνω τσέτουλα
Β
Γ
- γαλατόμαγκας
- γάμα τα
- γάμησέ τα
- γαμήσιμος
- γαμιστερός
- γαμομέρα
- γάρο
- γατοκέφαλο
- γατόνι
- γαύρος
- γείωμα
- γενικός
- γεροντολαγνία
- γιόλο
- γκαζάκιας
- γκαζιάρης
- γκαζοτανάλια
- γκαζοφονιάς
- Γκασμαδία
- γκαστρωμένος
- Γκατζολία
- γκαφρά
- γκελάρω
- γκλάμουρ
- γκλαμουράτος
- γκλαμουριά
- γκλιτσάρω
- γκοθάς
- γκομενικά
- γκουμούτσα
- γκραϊντάρω
- γλειφομούνι
- γοργόνα
- γουστάρω
- γρασίδι
Θ
Κ
- καβαντζώνω
- καβατζώνω
- καβλί
- κάγκουρας
- καϊνάρι
- καλάμι
- καλαμπαλίκι
- καλιαρντά
- καλιαρντή
- καμηλοπάρδαλη
- κανναβούρι
- κάνω κρα
- κάνω παπάδες
- κάνω φάση
- καραβολίδα
- καραφλιάζω
- καρέκλα
- καρεκλάδικο
- καρεκλάς
- κατουράω
- καύλα
- καυλιτζέκι
- καφεδούμπα
- κερχανάς
- κερχανατζής
- κλαριτζής
- κλασάτος
- κλασμένος
- κόβω τσέτουλα
- κοιμητηριάρης
- κόκαλο
- κολοκοτρώνης
- κόλπο
- κονακτζής
- κονέ
- κονόμα
- κονομάω
- κοντοπούτανο
- κοντραστάρω
- κούκου
- κουλό
- κουμπότρυπα
- κουραδοκόφτης
- κουσουμάρω
- κουτούπωμα
- κουτσόμαγκας
- κουφαίνω
- κούφιο
- κοφτήριο
- κρεατόβεργα
- κριντζάρισμα
- κριντζάρω
- κυρία
- κωλάδικο
- κωλόμουνο