καρέκλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : καρεκλά

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καρέκλα καρέκλες
γενική καρέκλας καρεκλών
αιτιατική καρέκλα καρέκλες
κλητική καρέκλα καρέκλες
δύο καρέκλες
αναπηρική καρέκλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρέκλα < (αντιδάνειο), βενετική charegla < cadegla < *cadegra < λατινική cathedra < αρχαία ελληνική καθέδρα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ˈɾɛ.kla/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καρέκλα θηλυκό

  1. κάθισμα για ένα άτομο με τέσσερα πόδια και πλάτη
    • αναπηρική καρέκλα: για τη μεταφορά ασθενών ή αναπήρων, με 2 μεγάλους τροχούς που μπορεί να περιστρέψει με τα χέρια του και ο ίδιος ο μετακινούμενος
      Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αναπηρικό καροτσάκι
  2. (μεταφορικά) αξίωμα, εξουσία
    κάνει τα πάντα για την καρέκλα
  3. (παρωχημένο) (αργκό) τραγούδι της ντίσκο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg ταυτόσημα: καρεκλάδικο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ρίχνει καρέκλες : βρέχει πάρα πολύ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]