chaise

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ʃɛz/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
chaise chaises

chaise (fr) θηλυκό

assieds-toi sur la chaise - κάθησε στην καρέκλα
le pied de la chaise est cassé - το καρεκλοπόδαρο είναι σπασμένο

Εκφράσεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []