κάθισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κάθισμα τα καθίσματα
      γενική του καθίσματος των καθισμάτων
    αιτιατική το κάθισμα τα καθίσματα
     κλητική κάθισμα καθίσματα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάθισμα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάθισμα

  1. οποιοδήποτε έπιπλο χρησιμεύει για να κάθεται κανείς

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]