έπιπλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έπιπλο έπιπλα
γενική επίπλου επίπλων
αιτιατική έπιπλο έπιπλα
κλητική έπιπλο έπιπλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έπιπλο < αρχαία ελληνική πληθυντικός ἔπιπλα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

έπιπλο ουδέτερο

  • ονομασία χρηστικών αντικειμένων (συνήθως κινητών) που χρησιμοποιούνται κυρίως σε κλειστούς χώρους, σπίτια, γραφεία, καταστήματα
Πρέπει να αγοράσουμε καινούρια έπιπλα για το σπίτι.
Μερικά έπιπλα:
  • (μεταφορικά, υποτιμητικά) για άτομο χωρίς ιδιαίτερα πνευματικά χαρίσματα, που συνοδεύει άλλο πρόσωπο
Όπου πάμε, μας κουβαλάει κι αυτό το έπιπλο, την Τάδε.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]