συνοδεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνοδεύω < αρχαία ελληνική συνοδεύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.nɔ.ˈðɛ.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συνοδεύω

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνοδεύω < σύν + ὁδεύω < ὁδός

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συνοδεύω

  1. συνταξιδεύω
  2. (μεταφορικά) κρατώ συντροφιά σε κάποιον