accompagner

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

accompagner < a- + compain, λέξη της αρχαίας γαλλικής που έδωσε τις λέξεις compagnon και copain

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.kɔ̃.pa.ɲe/
accompagner 

Ρήμα[επεξεργασία]

accompagner (fr)

  1. (μεταβατικό) συνοδεύω
  2. (pronominal) συνοδεύομαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]