πηγαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πηγαίνω < μεσαιωνική ελληνική πηγαίνω και ὑπαγαίνω < αρχαία ελληνική ὑπάγω

Ρήμα[επεξεργασία]

πηγαίνω

  1. κινούμαι από ένα σημείο προς ένα άλλο σημείο, μεταβαίνω
    πηγαίνω στην Αθήνα
  2. πρόκειται ή επιθυμώ να φύγω από το μέρος όπου βρίσκομαι
    είναι ώρα να πηγαίνουμε
  3. πρόκειται ή επιθυμώ να ξεκινήσω μια ενέργεια ή δραστηριότητα
    • πηγαίνω για φαγητό, πηγαίνω για μπάνιο, πηγαίνω για ύπνο κ.λπ
    • θα πάω μετά να τους μιλήσω
  4. παρακολουθώ σε τακτική βάση μαθήματα, φοιτώ
    πηγαίνω σχολείο, πηγαίνω στην τρίτη τάξη, πηγαίνω αγγλικά
  5. ταιριάζω

Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]