bin

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bin (en)

  1. κάδος (απορριμμάτων)
  2. (σε αραβικά ονόματα) ο γιος του ...

Ρήμα[επεξεργασία]

bin (en)



Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

bin 

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

bin (de)

  • α' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος sein



Μάγια του Γιουκατάν (yua) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

bin



Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Αριθμητικό[επεξεργασία]

bin (tr)