bin

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bin (en)

  1. κάδος (απορριμμάτων)
  2. (σε αραβικά ονόματα) ο γιος του ...

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

bin (en)

  1. πετάω κάτι στα σκουπίδια, απορρίπτω



Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

bin 

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

bin (de)

  1. α' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος sein



Μάγια του Γιουκατάν (yua) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

bin



Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Αριθμητικό[επεξεργασία]

bin (tr)

  1. χίλια
    iki bin: δύο χιλιάδες