οριστική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οριστική < ελληνιστική κοινή ὁριστική

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οριστική θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

οριστική

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]