κάδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κάδος οι κάδοι
      γενική του κάδου των κάδων
    αιτιατική τον κάδο τους κάδους
     κλητική κάδε κάδοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά
δύο κάδοι απορριμμάτων σε παραλία

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάδος < αρχαία ελληνική κάδος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάδος αρσενικό

  1. ξύλινο ή μεταλλικό δοχείο για υγρά
  2. δοχείο διαφόρων διαστάσεων για τη συλλογή των σκουπιδιών
    κάδος απορριμμάτων
  3. το κυλινδρικό περιστρεφόμενο εξάρτημα των πλυντηρίων όπου τοποθετούνται τα ρούχα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]