κάδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάδος κάδοι
γενική κάδου κάδων
αιτιατική κάδο κάδους
κλητική κάδε κάδοι
δύο κάδοι απορριμμάτων σε παραλία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κάδος < αρχαία ελληνική

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κάδος αρσενικό

  1. ξύλινο ή μεταλλικό δοχείο για υγρά
  2. δοχείο διαφόρων διαστάσεων για τη συλλογή των σκουπιδιών
    κάδος απορριμμάτων
  3. το κυλινδρικό περιστρεφόμενο εξάρτημα των πλυντηρίων όπου τοποθετούνται τα ρούχα

32πχ Μεταφράσεις[]