μέτρηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μέτρηση μετρήσεις
γενική μέτρησης
& μετρήσεως
μετρήσεων
αιτιατική μέτρηση μετρήσεις
κλητική μέτρηση μετρήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέτρηση < αρχαία ελληνική μέτρησις < μετράω, -ῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέτρηση θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μετρώ
  2. (φυσική) Ο προσδιορισμός του πολλαπλάσιου ή υποπολλαπλάσιου μεγέθους ενός υπό εξέταση αντικειμένου που το χαρακτηρίζει, ως προς ένα πρότυπο συγκριτικό μέγεθος


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]